Από το Συντονιστικό Εργατικών Σωματείων και Φορέων Δυτικής Μακεδονίας Ενάντια στην Απολιγνιτοποίηση, διοργανώθηκε το απόγευμα της Τρίτης κινητοποίηση με θέμα "Απολιγνιτοποίηση και καύση απορριμμάτων: Οι επιπτώσεις στην υγεία του λαού και στο περιβάλλον".

Η κινητοποίηση έγινε στην κεντρική πλατεία της Πτολεμαϊδας και ομιλητές ήταν οι:

  • Μπαλτίκας Βασίλης. Πολιτικός μηχανικός, μέλος του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών Μακεδονίας, εκπρόσωπος του Συντονιστικού ενάντια στην καύση απορριμμάτων στο ΤΙΤΑΝ
  • Νίκος Γεωργακόπουλος. Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΕΕΝ

Στα video παρακάτω, μπορείτε να δείτε αποσπάσματα από τις ομιλίες.

Η ομιλία του Νίκου Γεωργακόπουλου

Συναγωνιστές, φίλες και φίλοι

Με την σημερινή εκδήλωση επιδιώκουμε να ενημερώσουμε, να αφυπνίσουμε και να προετοιμάσουμε τους εργαζόμενους και το λαό απέναντι στα εφιαλτικά σενάρια που διακινούνται τα τελευταία χρόνια για την προώθηση των σχεδιασμών της καύσης απορριμμάτων στην Δυτική Μακεδονία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως οι φήμες αλλά και ο σχεδιασμός, στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο φούντωσαν όταν άρχισε η σημερινή κυβέρνηση να προωθεί την απολιγνιτοποίηση στην περιοχή μας. Για εμάς το σχέδιο της απολιγνιτοποίησης και οι άλλοι επικίνδυνοι σχεδιασμοί, που συμπεριλαμβάνονται και προωθούνται σε αυτό, αποτελούν ενιαίο και αδιαίρετο μέτωπο, είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από αυτήν την σκοπιά ενιαία αντιπαλεύουμε αυτές τις εξελίξεις.

Πρόσφατα ο γενικός διευθυντής της ΔΙΑΔΥΜΑ μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: με πρωτοβουλία του προέδρου του Φορέα Διαχείρισης Στερών Αποβλήτων (ΦΟΣΔΑ) Κεντρικής Μακεδονίας, γίνονται συζητήσεις για τη δημιουργία στο Νότιο Πεδίο ενός εργοστασίου καύσης υπολειμμάτων που θα παράγει ηλεκτρική ενέργεια και στο οποίο θα μετέχουν η Κεντρική Μακεδονία, η Ήπειρος, η Δυτική Μακεδονία, ενδεχομένως η Λάρισα και η Κέρκυρα. Προτάθηκε η Κοζάνη διότι είναι κεντροβαρές το σημείο ως προς την Εγνατία οδό.

Σε άλλο πρόσφατο δημοσίευμα εφημερίδας αποκαλύφθηκε πως η ΔΕΗ είναι από τις πρώτες επιχειρήσεις που δεν έχουν κρύψει ότι η καύση απορριμμάτων είναι μέσα στα εναλλακτικά σενάρια που επεξεργάζεται για την μεταλιγνιτική εποχή στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης. Θέλουν οι σημερινοί σταθμοί, που σταδιακά θα κατεβάζουν ρολά, να αποτελούν εν δυνάμει υποδοχείς αντίστοιχων επενδύσεων, όπως και η υπό κατασκευή μονάδα «Πτολεμαΐδα 5», που είναι η τελευταία από τις λιγνιτικές μονάδες που θα σβήσουν και για την οποία η διοίκηση της ΔΕΗ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αξιοποιήσει -μεταξύ άλλων- και τις τεχνολογίες ανάκτησης ενέργειας από σκουπίδια.

Η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των απορριμμάτων και η επικίνδυνη καρκινογόνος καύση απορριμμάτων, αποτελούν βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης της ΝΔ, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους που θα θησαυρίζουν εις βάρος των λαϊκών αναγκών.

Στη Δυτική Μακεδονία ήδη εδώ και χρόνια η διαχείριση των απορριμμάτων γίνεται μέσω Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Είναι οφθαλμοφανές ότι το τελευταίο διάστημα επιταχύνονται τα σχέδια και για καύση απορριμμάτων στην περιοχή.

Οι “πράσινες ευαισθησίες” της ΕΕ και των ελληνικών αστικών κομμάτων δεν έχουν να κάνουν με κάποια φιλοπεριβαλλοντική πολιτική, αλλά με τη στήριξη των ομίλων των πράσινων επενδύσεων για την εξασφαλισμένη κερδοφορία τους σε βάρος των εργαζομένων. Το τελευταίο νομοσχέδιο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τίτλο «Απελευθέρωση αγοράς ενέργειας, εκσυγχρονισμός της ΔΕΗ, ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠΑ και στήριξη των ΑΠΕ», επιτάχυνε την υλοποίηση έργων «ηλεκτροπαραγωγής από το παραγόμενο βιοαέριο από μονάδες διαχείρισης αποβλήτων». Πρόκειται για υποκρισία καθώς κλείνουν τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας με λιγνίτη στην περιοχή μας με το πρόσχημα της προστασίας του περιβάλλοντος. Πριν αναφερθούμε στην καύση απορριμμάτων τις συνέπειες και τις επιπτώσεις στην υγεία του λαού και το περιβάλλον θέλουμε με αφορμή και την σημερινή εκδήλωση να ενημερώσουμε για όλες τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από την απολιγνιτοποίηση από την άρση των περιοριστικών μέτρων και μετά.

Ορόσημο της προηγούμενες ημέρες για την κυβέρνηση αλλά και τα επιτελεία της ΕΕ αποτελεί η δημοσιοποίηση του master plan για την μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών στην μεταλιγνιτική εποχή. Από την μελέτη του συνόλου του σχεδίου προκύπτει πως η μετάβαση αυτή δεν είναι ούτε δίκαιη, ούτε πράσινη ούτε όπως αλλιώς θέλουν να την παρουσιάζουν για τους εργαζόμενους και το λαό της περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας και συνολικά για τον ελληνικό λαό. Δίκαιη απολιγνιτοποίηση δεν μπορεί να υπάρχει καθώς αυτό το σχέδιο εκπορεύεται από την σημερινή και τις προηγούμενες κυβερνήσεις, την ΕΕ, και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους που έχουν ως στόχο: να διεισδύσουν περισσότερα κεφάλαια στους τομείς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αποθήκευση και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, στην ηλεκτροκίνηση, στους τομείς της έρευνας και της τεχνολογίας.

Τα παραπάνω θα επιφέρουν σε γενικούς άξονες την αύξηση της ενεργειακής φτώχειας του λαού, που ούτως η άλλως υπήρχε μέχρι σήμερα, την εκτίναξη των τιμολογίων ρεύματος και θέρμανσης, την επέκταση των ελαστικών σχέσεων εργασίας με την κατάργηση της μόνιμης και σταθερής δουλειάς, την αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας που σε κρίσιμες καταστάσεις θα αποβεί μοιραία. Η κατάσταση της ενεργειακής φτώχειας που έχουν καταδικάσει το λαό χειροτερεύει μέρα με την μέρα.

Αποκαλυπτικά ως προς αυτό είναι τα επίσημα στοιχεία για τις εντολές αποσύνδεσης παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από τον ΔΕΔΔΗΕ που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα και αποτυπώνουν το «πογκρόμ» εκβιασμών και διακοπών ρεύματος που γίνεται σε βάρος των εργατικών - λαϊκών νοικοκυριών τα οποία αδυνατούν να πληρώσουν τα τσουχτερά τιμολόγια και τις αυξήσεις στο ρεύμα.

Για το 2019, οι εταιρείες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας απέστειλαν στον ΔΕΔΔΗΕ 360.644 εντολές αποσύνδεσης των παροχών πελατών τους, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 227.418.

Από αυτούς 111.298 επανασυνδέθηκαν, δηλαδή «προσήλθαν στο ταμείο» ή προχώρησαν σε κάποιου είδους διακανονισμό όταν τους κόπηκε το ρεύμα, με το μαχαίρι στο λαιμό δηλαδή κόβοντας από άλλες στοιχειώδεις ανάγκες τους, ενώ 116.120 καταναλωτές έμειναν χωρίς ρεύμα!

Τα στοιχεία αφορούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία πελάτες με σύνδεση χαμηλής τάσης, κατά βάση δηλαδή λαϊκά νοικοκυριά, καθώς οι εντολές αποσύνδεσης μετρητών παροχής μέσης τάσης έφτασαν τις 814. Η κυβέρνηση της ΝΔ ήρθε έτσι να βαδίσει «επάξια» στα βήματα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία μεταξύ άλλων είχε φροντίσει να πετάξει από το Κοινωνικό Τιμολόγιο πάνω από 120.000 λαϊκά σπίτια, με το πρόσχημα ότι δεν βρίσκονταν στον πάτο της φτώχειας δηλώνοντας «θηριώδη» εισοδήματα, άνω των 9.000 ευρώ, ενώ επί των ημερών της, το 2018, η ΔΕΗ ΑΕ έστελνε πάνω από 500.000 ραβασάκια και προχωρούσε σε πάνω από 150.000 προσωρινές διακοπές ρεύματος ώστε τα λαϊκά στρώματα «να προσέλθουν στο ταμείο».

Την ίδια ώρα, τα όσα καταγράφονται στην πρόσφατη έκθεση της «Επιτροπής Πισσαρίδη» επιβεβαιώνουν πως η αντιλαϊκή επέλαση στα λαϊκά νοικοκυριά, με το «σφίξιμο της θηλιάς», τους εκβιασμούς και τις διακοπές ρεύματος, αποτελεί την «άλλη όψη» των όσων έχει να περιμένει το κεφάλαιο από την πολιτική της «απελευθέρωσης». Η έκθεση στην ενότητα με τον προκλητικό τίτλο «Αγκυλώσεις» για τον τομέα της Ενέργειας αναφέρει πως «η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (...) επηρεάζεται, επίσης, από τον ιδιαίτερα μεγάλο όγκο ληξιπρόθεσμων οφειλών στα τιμολόγια ηλεκτρισμού (...) Ο ρυθμός είσπραξης των ληξιπρόθεσμων λογαριασμών (...) παραμένει χαμηλός και πρέπει να ενισχυθεί, ειδικά υπό την προοπτική εμβάθυνσης της ύφεσης της οικονομίας, μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους». Ζητάει, δηλαδή το πόρισμα Πισσαρίδη, ενόψει και της παραπέρα επιδείνωσης που φέρνει για το εισόδημα των λαϊκών οικογενειών η καπιταλιστική κρίση που σκοπεύουν να φορτώσουν στο λαό, να σφίξει μια ώρα αρχύτερα η θηλιά των εκβιασμών στα λαϊκά νοικοκυριά που αδυνατούν να πληρώσουν τα τσουχτερά τιμολόγια, ως προϋπόθεση ώστε να «τρέξει» παραπέρα η πολιτική της «απελευθέρωσης» αλλά και η προώθηση του σχεδιασμού της «απολιγνιτοποίησης». Τις τελευταίες ημέρες με προκάλυμμα την «αλληλέγγυα οικονομία» και τις ενεργειακές κοινότητες για την δήθεν αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας, κυβέρνηση, αντιπολίτευση και τα στελέχη τους στην Τοπική Διοίκηση, επιχειρούν να ενσωματώσουν τις λαϊκές αντιδράσεις και να καλλιεργήσουν την αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση της απολιγνιτοποίησης. Οι ενεργειακές κοινότητες, που νομοθετήθηκαν από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με την ψήφο της ΝΔ, προωθούνται συστηματικά τα τελευταία χρόνια. Το νομικό τους πλαίσιο αποσκοπεί στη διευκόλυνση επενδύσεων στον τομέα των ΑΠΕ, για επιχειρηματίες του Τουρισμού, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ή επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον αγροτοδιατροφικό τομέα και φυσικά την ΤΔ και των δύο βαθμίδων.

Αποτελούν ακόμα ένα «όχημα» κερδοφορίας του κεφαλαίου και εξαπάτησης των λαϊκών στρωμάτων για την προώθηση της «απελευθέρωσης» της αγοράς Ενέργειας γενικά, με ειδικό στόχο την ενίσχυση του μεριδίου των ΑΠΕ στο συνολικό ενεργειακό μείγμα.

Φίλοι και Φίλες

Πως διασφαλίζουν την κερδοφορία, το φιλικό επενδυτικό περιβάλλον για τις μεγάλες επιχειρήσεις στην Δυτική Μακεδονία. Ας δούμε τι προβλέπει το master plan για τις μεγάλες επιχειρήσεις:

  • Παροχή επιχορήγησης για νέες επενδύσεις
  • Φοροαπαλλαγές και Φοροελαφρύνσεις
  • Επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών
  • Απαλλαγή τελών
  • Δάνειο με ευνοϊκούς όρους
  • Εγγυήσεις

Αυτά ως προς τους νέους επενδυτές καθώς για τις μεγάλες επιχειρήσεις που υπάρχουν σήμερα στην Δυτική Μακεδονία δίνονται κίνητρα διατήρησης της υφιστάμενης λειτουργίας, και αυτά είναι:

  • Παροχή επιχορήγησης για αναμόρφωση/εκσυγχρονισμό παραγωγικής λειτουργίας
  • Επιδότηση δανειακών υποχρεώσεων
  • Επιδότηση μισθολογικού κόστους
  • Συμμετοχή στα Ίδια Κεφάλαια
  • Δάνειο με ευνοϊκούς όρους

Άξονες του σχεδίου εστιάζουν στη στήριξη των «πράσινων» επενδύσεων, στους κλάδους της βιομηχανίας, της βιοτεχνίας και του εμπορίου, όπως και στην «καθοδήγηση και παροχή κινήτρων στην επιχειρηματικότητα».

Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο περιορίζει την ένταση των κρατικών ενισχύσεων για τους επιχειρηματικούς ομίλους, προσθέτοντας πως με το «Master Plan» ευελπιστεί στην αύξηση των ορίων της χρηματοδότησής τους πάνω από το 100%.Συγκεκριμένα, στη Δυτική Μακεδονία τα όρια χρηματοδότησης ορίζονται σήμερα στο 25% για μεγάλες επιχειρήσεις, 35% για μεσαίες και 45% για μικρές.

Η πρόταση της κυβέρνησης θα διαμορφώσει σε 60%, 70% και 80% το όριο για κάθε κατηγορία αντίστοιχα στις ΠΕ Κοζάνης, Φλώρινας Τι προβλέπει όμως το master plan για τους εργαζόμενους. Σε ένα κείμενο περισσότερων των 400 σελίδων βρήκαν και 3 γραμμές για τους εργαζόμενους.

Σε ότι αφορά τα κίνητρα για τους εργαζόμενους, αυτά αφορούν σε:

  • Απομείωση φόρου εισοδήματος
  • Επιδότηση στεγαστικού δανείου
  • Ενίσχυση προβλεπόμενων επιδομάτων και προγραμμάτων κατάρτισης.

Μόνο την τελευταία 10ετία αν λάβουμε υπόψη πως το μέσο εισόδημα στην ΠΕ Κοζάνης μειώθηκε από 16.007 σε 11.759, η μείωση του φόρου εισοδήματος σε εισοδήματα κάτω τον 10.000 ευρώ ως ανέκδοτο ακούγεται την στιγμή που οι εργαζόμενοι και οι οικογένειες τους οδηγούνται να ζουν στον πάτο της φτώχειας.

Θεωρούμε απαράδεκτο το πώς αντιμετωπίζει το επίπεδο ειδίκευσης των εργαζομένων το Master Plan καταλήγοντας πως οι εργαζόμενοι της Δυτικής Μακεδονίας είναι χαμηλής εξειδίκευσης και χρειάζονται επανακατάρτιση! Είναι πρόκληση για τους εργαζόμενους της περιοχής μας που επί δεκαετίες τώρα δημιούργησαν και λειτουργούσαν μονάδες και ορυχεία για την παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας για όλη την χώρα. Δεν λέμε ότι δεν μπορεί να βελτιωθεί η εξειδίκευση των εργαζομένων της περιοχής αλλά πάει πολύ να μας κουνάνε το δάκτυλο την στιγμή που όλα τα προηγούμενα χρόνια αυξηθήκαν οι ταξικοί φραγμοί στην εκπαίδευση, οι επαγγελματικές σχολές υπολειτουργούσαν ή ήταν απλησίαστες για τους εργαζόμενους λόγο των εξαντλητικών ωραρίων εργασίας.

Κάθε καλοπροαίρετος εργαζόμενους μπορεί να διακρίνει με βάση τα παραπάνω διαπιστευτήρια πως η μετάβαση στην μεταλινγιτή εποχή θα είναι χρυσοφόρες δουλειάς για κάποιους λίγους και εκλεκτούς που σήμερα πλουτίζουν σε βάρος των εργαζόμενων. Να ποιοι είναι κερδισμένοι από την απολιγνιτοποίηση, να για ποιους είναι δίκαιη η μετάβαση!

Για τα εμβληματικά έργα που μας παρουσιάζουν στο σχέδιο τους, και τα οποία ακούγονται πως θα γίνουν μελλοντικά δε μας λένε όμως σε ποιον θα ανήκουν αυτά τα έργα, ποιος θα τα διαχειρίζεται και σε οφέλους ποιου θα γίνουν αυτές οι εμβληματικές επενδύσεις ; Όλα τα προηγούμενα χρόνια το παραμύθι της ανάπτυξης μετά την κρίση, των επενδυτικών εκρήξεων καλλιεργήθηκε από όλες τις κυβερνήσεις και τις παραφυάδες τους.

Διερωτόμαστε όμως και καλούμε σε προβληματισμό. Αυτές οι επενδύσεις βελτίωσαν ή χειροτέρεψαν τις εργασιακές σχέσεις και τα εργατικά δικαιώματα; Έφεραν αυτές οι επενδύσεις μόνιμη δουλειά με σταθερό ωράριο; Βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων; έφεραν αυξήσεις στους μισθούς; Η μήπως μεταβλήθηκαν τα ήδη τραγικά ποσοστά ανεργίας στης περιοχή;

Πριν από μερικά χρόνια μας καλούσαν να κάνουμε θυσίες για να στηριχτεί η περιβόητη ανάπτυξη αλλά η αλήθεια είναι πως αυτή ακριβώς η ανάπτυξη των λίγων επιχειρηματικών ομίλων στηρίχτηκε στις δικές μας θυσίες, στα συντρίμμια των δικών μας δικαιωμάτων. Η κυβέρνηση της ΝΔ, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΙΝΑΛ και τα άλλα αστικά κόμματα έχουν σοβαρές ευθύνες, διότι εδώ και χρόνια εφησύχαζαν τον λαό για τα τραγικά αποτελέσματα που θα έχει η στρατηγική της “Δίκαιης Μετάβασης” και παραπλανούσαν λέγοντας ότι με τις επιδοτήσεις του ΤΔΜ, οι πληττόμενες περιοχές θα γίνουν …”Ελβετία”.

Λέμε λοιπόν πως μπορεί επενδύσεις να γίνονται, μπορεί σχέδια επί σχεδίων να υπάρχουν, αλλά σήμερα τόσο το κομμάτι της παραγωγής όσο και το κομμάτι της τεχνολογίας και της έρευνας δυστυχώς για το λαό το κουμαντάρουν άλλοι, και αυτό αποδεικνύεται και από το σχέδιο της κυβέρνησης της ΝΔ, και της ΕΕ.

Οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις για την μεταλιγνιτική εποχή στο ευρωκοινοβούλιο για το ταμείο δίκαιης μετάβασης δεν πρέπει να απασχολούν το λαό καθώς τα δις ευρώ της αντιπαράθεσης γίνονται για το σε ποιες τσέπες θα πάνε και με τι όρους. Το αν αυτό θα γίνει γρήγορα ή όχι, το 2030 ή το 2050 δεν πρέπει αυτό να αποπροσανατολίζει το λαό καθώς η ανεργία και η εξαθλίωση δεν μας ταιριάζει τον 21ο αιώνα.

Φίλοι και Φίλες

Η απολιγνιτοποίηση συνεχίζει να προωθείτε με πρόσχημα την προστασία του περιβάλλοντος, την κατάκτηση των στόχων για μηδενικούς ρύπους του co2 μέχρι το 2050. Πίσω από αυτούς τους στόχους όμως αποκαλύπτετε το κολοσσιαίο σχέδιο της ΕΕ περίπου 1τρις ευρώ, σχέδιο που εκπονείται και καθοδηγείτε από τους οξυμμένους ανταγωνισμούς με τις ΗΠΑ την Κίνα και την Ρωσία, στον ευρύτερο τομέα της παραγωγής-μεταφοράς-διανομής ενέργειας και των νέων τεχνολογιών.

Το master plan σήμερα, η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας τα προηγούμενα χρόνια, η απολιγνιτοποίηση, έρχονται να αποδείξουν πως τα δικά τους σχέδια και τα κέρδη τους βάζουν στο στόχαστρο το περιβάλουν, την ζωή και την υγεία του λαού και των παιδιών του.

Καύση απορριμμάτων, ανεξέλεγκτη εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταικών συνθέτουν το πάζλ της διαμόρφωσης στην Δυτική Μακεδονία ενός θαλάμου αερίων με επικίνδυνες επιπτώσεις για τη υγεία του λαού μέσα από την ρύπανση της ατμόσφαιρας, την αλλαγή του μικροκλίματος της περιοχής, την ισοπέδωση των ορεινών όγκων και των αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων, βοσκότοπων κλπ.

Οι “πράσινες” διακηρύξεις στο Master Plan εκτός των άλλων είναι “αέρας κοπανιστός”, καθώς την ίδια στιγμή που κλείνουν σύγχρονες λιγνιτικές μονάδες με μικρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε ολόκληρη την Ελλάδα όπως πχ ο ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου, ο ΑΗΣ Μελίτης, ο ΑΗΣ Μεγαλόπολης και η πιο υπερσύχρονη μονάδα στηv Ευρώπη ο ΑΗΣ Πτολεμαΐδας V, δημιουργούνται μονάδες παραγωγής ηλεκτρενέργειας με καύση απορριμμάτων, συντηρούνται με ευρωενωσιακή “κάλυψη” οι υγειονομικές βόμβες των χωματερών σε Αττική και άλλες περιοχές. Κλείνοντας συνάδελφοι και φίλοι να πούμε πως συνεχίζουμε την μάχη, των αγώνα ενάντια στην απολιγνιτοποίηση και την καύση απορριμμάτων μέσα από το συντονισμό των σωματείων και των μαζικών φορέων μας στην περιοχή μας, μαζί με όλο το λαό.

Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι θα είναι μια μάχη δύσκολη

Είναι όμως μια μάχη που τη χρωστάμε στις επόμενες γενιές.

Η ομιλία του Βασίλη Μπαλτίκα

Συναγωνιστές και συναγωνίστριες,

Φίλες και φίλοι,

Τα τελευταία χρόνια, το κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης των στερεών αποβλήτων (ΣΑ) έχει συγκεντρώσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του εργατικού – λαϊκού κινήματος. Στη χώρα μας διαχρονικά, η πολιτική όλων των κυβερνήσεων στη διαχείριση ΣΑ προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις σε βάρος της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, με κύριο στόχο την εξασφάλιση υψηλών κερδών για το κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, η διαχείριση ΣΑ χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από την άρχουσα τάξη για την προώθηση της αντεργατικής της επίθεσης, για την πλήρη διάλυση των εργασιακών κατακτήσεων και δικαιωμάτων των εργαζομένων. Μια ματιά στους όρους και τις συνθήκες εργασίας των εργαζόμενων στην αποκομιδή απορριμμάτων ή στα ΚΔΑΥ είναι αρκετή.

Γίνεται ολοένα και πιο φανερό, ότι ο εκάστοτε κυβερνητικός σχεδιασμός και σε αυτό το ζήτημα καθορίζεται γενικά από τη φάση στην οποία βρίσκεται η καπιταλιστική οικονομία, από τους σχεδιασμούς των επιχειρηματικών ομίλων για τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας τους, αλλά και το άνοιγμα νέων πεδίων για επενδύσεις.

Την τελευταία ειδικότερα δεκαετία ο τομέας των στερεών αποβλήτων, πέρα από πεδίο άντλησης υψηλών κερδών για τους κατασκευαστικούς ομίλους (που εμπλέκονται στην κατασκευή και διαχείριση των διάφορων σχετικών υποδομών ), έχει αναδειχθεί και σε σημαντικό παράγοντα υποβοήθησης της προσπάθειας των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μείωση της εξάρτησής από εξωτερικές πηγές σε Ενέργεια και πρώτες ύλες. Η προώθηση των εναλλακτικών καυσίμων από απορρίμματα μαζί με την ανάπτυξη των ΑΠΕ συμμετέχουν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενεργειακή απεξάρτηση από άλλες δυνάμεις, όπως είναι η Ρωσία, με φόντο τους εντεινόμενους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών από χαρτί συσκευασίες, πλαστικά, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές κλπ αποσκοπεί στην παροχή των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών ομίλων με “εγχώριες” πρώτες ύλες. Παράλληλα φυσικά αναπτύσσονται κερδοφόροι κλάδοι που δραστηριοποιούνται στους διάφορους κρίκους αυτής της αλυσίδας. Στόχος είναι δυνητικά να μην πετιέται τίποτα, υλικά και ενέργεια που εισρέουν στην ΕΕ να ανακυκλώνονται για να ξαναμπούν στην παραγωγική διαδικασία, όχι απλά “βγάζοντας από τη μύγα ξύγκι”, αλλά και επιπλέον κέρδος από τη διαχείριση απορριμμάτων.

Οι κατευθύνσεις αυτές έχουν αποτυπωθεί στο 6ο (2003-2013) και 7ο ΠΠΔ (2014-2020) (Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Δράσης) και αποτελούν υποχρεωτικό πλαίσιο για όλα τα κράτη μέλη. Τα ΠΠΔ θέτουν τις προτεραιότητες της ΕΕ για την αξιοποίηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανόμενης και της διαχείρισης των ΣΑ, ως μοχλού ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας. Σε αυτά τα πλαίσια χρησιμοποιήθηκαν πρώτη φορά όροι όπως “βιώσιμη ανάπτυξη”, “αειφόρος ανάπτυξη”, “πράσινη ανάπτυξη”. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, η “πράσινη ανάπτυξη” προβλήθηκε και αξιοποιήθηκε ως μέσο για να βρουν διέξοδο λιμνάζοντα κεφάλαια, να ανοίξουν νέες αγορές. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, στη νέα κρίση που εκδηλώθηκε με αφορμή την πανδημία.

Με βάση τα παραπάνω προωθείται η λεγόμενη “κυκλική οικονομία”, η οποία περιγράφεται ως ο τρόπος για την επίτευξη οικονομιών, κοινωνιών, πόλεων “μηδενικών αποβλήτων” (“zero waste”). Σε αυτό τον όρο συμπυκνώνεται από την ΕΕ η διεύρυνση της ανακύκλωσης και της επαναχρησιμοποίησης αποβλήτων με στόχο την ανάκτηση υλικών και ενέργειας. Το τελευταίο επιτυγχάνεται με την καύση απορριμμάτων, απορριμματογενών καυσίμων, βιοαερίου.

Έχοντας υπόψη μας την μεγάλη εικόνα, μπορούμε να δούμε αλλιώς ορισμένες εξελίξεις του τελευταίου χρόνου. Το “Ευρωπαϊκό Πράσινο New Deal”, έχει χαρακτηριστεί από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, “επιτακτική οικονομική πολιτική μακροπρόθεσμου χαρακτήρα”. Πρόκειται για ένα σύνθετο επενδυτικό πλάνο ύψους 1,1 τρις ευρώ με στόχο τις “φιλοπεριβαλλοντικού χαρακτήρα επενδύσεις” και την «αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής». Η σχετική πολιτική της ΕΕ επεκτείνεται στο σύνολο σχεδόν της οικονομίας και αφορά, εκτός από την παραγωγή Ενέργειας, τη διαχείριση των απορριμμάτων, τις μεταφορές, την πρωτογενή παραγωγή, την ενεργειακή εξοικονόμηση των κτιρίων κ.ο.κ. Το ύψος των κονδυλίων του “Πράσινου New Deal” είναι εξαπλάσιο εκείνων που διατέθηκαν κατά το τρέχον επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΕ. Τέτοιοι “πράσινοι άξονες” και κατευθύνσεις διαπερνούν επίσης τόσο τα πακέτα των ΕΣΠΑ όσο και το νέο Ταμείο Ανάκαμψης. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς αφενός το «πάρτι» κερδών που θα κάνουν τα μονοπώλια, αφετέρου την ειδική βαρύτητα που δίνει η ΕΕ σε αυτόν τον επενδυτικό τομέα.

Οι παραπάνω κατευθύνσεις της ΕΕ, που έχουν αποτυπωθεί ήδη από το 2008 στη σχετική Οδηγία, έχουν περιληφθεί αυτούσιες στη εθνική νομοθεσία με το ν. 4042/12 των ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΛΑ.Ο.Σ. . Στη συνέχεια ενσωματώθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ στον Εθνικό Σχεδιασμό Διαχείρισης Αποβλήτων (ΕΣΔΑ) το Δεκέμβρη του 2015. Η ιδιαίτερη βαρύτητα του ΕΣΔΑ έγκειται στο γεγονός ότι οι αντιλαϊκές κατευθύνσεις και οι επιμέρους στόχοι του ενσωματώθηκαν στα Περιφερειακά Σχέδια Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ). Η περαιτέρω τοπική εξειδίκευση μπορεί να γίνεται με την εκπόνηση και υλοποίηση των Τοπικών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων (ΤΣΔΑ) των Δήμων.

Η κυβέρνηση της ΝΔ, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον ΣΥΡΙΖΑ, εξήγγειλε τη συνέχιση και εμβάθυνση της ίδιας πολιτικής για τη διαχείριση των απορριμμάτων. Από τις πρώτες μέρες της και αξιοποιώντας το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται πίσω από τους στόχους της Ε.Ε., ανακοίνωσε την προώθηση συμβάσεων ΣΔΙΤ για τη διαχείριση απορριμμάτων, αξίας 700 εκατ. Ευρώ, χρηματοδοτούμενα από το τρέχον ΕΣΠΑ και με χρονικό ορίζοντα το τέλος του 2021. Το συνολικό σχετικό κονδύλι ήταν 930 εκατ. Ευρώ, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να έχει προχωρήσει στη “συμβασιοποίηση” των 230 εκατομμυρίων.

Επίσης, η διαχείριση απορριμμάτων ήταν ένα από τα θέματα συζήτησης της ελληνικής με τη γερμανική κυβέρνηση, κατά το ταξίδι του Κ. Μητσοτάκη στο Βερολίνο, στα τέλη Αυγούστου του 2019. Στο τραπέζι της συνάντησης τέθηκαν, μεταξύ άλλων, θέματα για τα οποία έχουν επιδείξει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους τα γερμανικά μονοπώλια και αφορούν τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη διαχείριση των απορριμάτων.

Φυσικά, η κυβέρνηση δεν συνομιλεί μόνο με γερμανικούς επιχειρηματικούς ομίλους για την εμπορευματοποίηση της διαχείρισης των στερεών αποβλήτων. Προωθεί την τοποθέτηση οικίσκων της λεγόμενης “ανταποδοτικής ανακύκλωσης”, τεχνολογίας και συμφερόντων ΗΠΑ. Συνομιλεί με του εγχώριους κατασκευαστικούς ομίλους, που στοχεύουν να επεκταθούν περισσότερο σε ΣΔΙΤ και συμβάσεις παραχώρησης υποδομών και από αυτή την άποψη βλέπουν τη διαχείριση απορριμμάτων ως χρυσωρυχείο. Είναι χαρακτηριστική η ανησυχία που εξέφρασε ο γενικός διευθυντής της Intrakat σε πρόσφατο συνέδριο του ΤΕΕ για την διαχείριση απορριμμάτων ο οποίος επισήμανε ότι «από τους περίπου 5,4 εκατομμύρια τόνους απορριμμάτων που παράγονται κάθε χρόνο, μόλις 288.000 τόνοι καταλήγουν στις μονάδες επεξεργασίας που κατασκευάστηκαν με ΣΔΙΤ».

Μέσα στο καλοκαίρι, έδωσε στη δημοσιότητα για διαβούλευση το νέο ΕΣΔΑ, που θα έρθει για επικύρωση στη Βουλή το αμέσως επόμενο διάστημα. Πρόκειται ουσιαστικά για επικαιροποίηση του προηγούμενου που νομοθετήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2015. Κινείται στις ίδιες αντιλαϊκές ράγες προώθησης της στρατηγικής της ΕΕ για την “κυκλική οικονομία”, υπό το φως των επικαιροποιημένων ευρωπαϊκών Οδηγιών για την διαχείριση αποβλήτων. Στους άμεσους στόχους του νέου ΕΣΔΑ είναι η γενίκευση της καρκινογόνας καύσης απορριμματογενών καυσίμων, μαζί με την περαιτέρω προώθηση της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης αποβλήτων. Προωθείται περισσότερο η αρχή “πληρώνω όσο πετάω”, μέσω της επιβολής τέλους ταφής απορριμμάτων στα δημοτικά τέλη και από εκεί στη λαϊκή οικογένεια. Γενικά οι διάφορες αρχές, όπως "ο ρυπαίνων πληρώνει", "διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού", το "πληρώνω όσο πετάω" και το "ειδικό τέλος ταφής" ή "περιβαλλοντική εισφορά", είναι στην πραγματικότητα εργαλεία που βοηθούν στην εδραίωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στη διαχείριση απορριμμάτων και στη μετάθεση του βάρους της στους εργαζόμενους και τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα.

Σε ό,τι αφορά την καύση, προωθεί τη δημιουργία 4 διαπεριφερειακών εργοστασίων καύσης για παραγωγή ενέργειας και την κατασκευή ακόμα 26 ΜΕΑ που θα εντάσσονται σε αυτό το σχεδιασμό, σε βάρος της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή. Οι 26 νέες ΜΕΑ θα προστεθούν στις 6 που λειτουργούν, τις 10 ήδη συμβασιοποιημένες (με τις 8 υπό κατασκευή) και ακόμα 6 που έχουν δημοπρατηθεί. Ο κατασκευαστικός τους τζίρος εκτιμάται περίπου στα 1,113 δις ευρώ, ενώ στην πλειοψηφία τους έχουν “ωριμάσει” ως έργα από την περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης προτείνεται η κατασκευή 35 ΜΕΒΑ. Έτος στόχος για την κατασκευή ΜΕΑ και ΜΕΒΑ είναι το 2023. Ο συνολικός τζίρος του νέου ΕΣΔΑ είναι 3,7 δισ ευρώ, από τα οποία μόνο τα 160 εκατομμύρια θα διατεθούν για την ανάπτυξη υποδομών δικτύων συλλογής χωριστών ρευμάτων αποβλήτων, δηλαδή για την στήριξη της ανακύκλωσης με διαλογή στη πηγή. Πρόκειται για σπατάλη δημόσιων πόρων προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων.

Κωδικοποιώντας ορισμένα ζητήματα για τις ΜΕΑ, μπορούμε να πούμε, ότι:

  • η κατασκευή και λειτουργία τους με ΣΔΙΤ είναι απευθείας στήριξη μονοπωλιακών ομίλων
  • πιέζουν στην κατεύθυνση αύξησης των δημοτικών τελών, καθώς οι δήμοι θα πληρώνουν τέλη εισόδου/gate fee (π.χ. 70 €/τόνο για τη ΜΕΑ Σερρών). Παρά τις «διαβεβαιώσεις» ότι το βασικό οικονομικό κριτήριο επιλογής αναδόχου θα είναι το χαμηλότερο gate fee που θα καταβάλλουν οι ΟΤΑ, στην πράξη αυτό δεν μπορεί να μη διασφαλίζει κέρδη στην επιχείρηση.
  • Η λειτουργία τους στην πραγματικότητα λειτουργεί αντίθετα με την ανακύκλωση.
  • Η λειτουργία τους μόνο έμμεσα συμβάλλει στη μείωση του όγκου των απορριμμάτων που θα κατευθύνονται σε ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ, καθώς στοχεύει στην παραγωγή εμπορευμάτων που μπορεί να μείνουν αδιάθετα.
  • Συνδέονται αδιάρρηκτα με την παραγωγή απορριματογενών “εναλλακτικών” καυσίμων, δηλαδή με την καρκινογόνα καύση σκουπιδιών.

Βασικό προϊόν των ΜΕΑ θα είναι το SRF-RDF, το οποίο αξιοποιείται ως φθηνό καύσιμο κυρίως στις τσιμεντοβιομηχανίες. Η καύση του προκρίνεται ως η πιο γρήγορη και κερδοφόρα ενεργειακή αξιοποίηση ανακυκλώσιμων υλικών. Η ανάγκη απορριμμάτων-πρώτων υλών για την παραγωγή του καυσίμου έρχεται σε αντίθεση με την ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή, επειδή τα συστατικά του είναι το χαρτί και ορισμένα πλαστικά, τα οποία θα εκτρέπονται από την ανακύκλωση ώστε να καούν αργότερα ως SRF/RDF. Η καύση του απελευθερώνει επικίνδυνους αέριους ρύπους (π.χ. διοξίνες και φουράνια) και παράγει ως νέο στερεό απόβλητο τέφρα, που η επεξεργασία και τελική της διάθεση είναι δυσκολότερη. Αυτό όμως είναι αμελητέο μπροστά στην κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων.

Για να αποσαφηνίσουμε λίγο τα παραπάνω ας εξηγήσουμε σύντομα και απλά τι είναι το απορριμματογενές καύσιμο RDF. Πρόκειται για στεγνωμένα και τεμαχισμένα στερεά απόβλητα, κυρίως από χαρτί και πλαστικό συσκευασιών, τα οποία έχουν συμπιεστεί ώστε να πάρουν τη μορφή μικρών “μπρικετών” ή pellet. Παρά τις διαβεβαιώσεις που δίνονται από δεξιά και αριστερά, η πρώτη ύλη για την παρασκευή τους προέρχεται κυρίως από τα σκουπίδια των πράσινων κάδων και όχι από τα υπολείμματα αποβλήτων που δεν μπορούν να ανακυκλωθούν. Στα πλαίσια του σημερινού συστήματος δεν θα μπορούσε να γίνεται διαφορετικά, καθώς μια ΜΕΑ που λειτουργεί με επιχειρηματικά κριτήρια, προκειμένου να έχει κέρδη πρέπει να εξασφαλίζει, εκτός από τους αγοραστές των εμπορευμάτων της (RDF κλπ), μια σταθερή ποσότητα εισερχόμενης πρώτης ύλης, που φυσικά προέρχεται από τα αστικά απορρίμματα. Μια αύξηση της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, θα μείωνε την εισερχόμενη πρώτη ύλη για επεξεργασία. Γι αυτό οι ΜΕΑ που παράγουν RDF δρουν τελικά ανταγωνιστικά στην ανακύκλωση, ενώ θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην μηχανική διαλογή ανακυκλώσιμων υλικών από σύμμεικτα απορρίμματα, συμπληρωματικά με την ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή. Σύμφωνα με άρθρο της Deutsche Welle (30/10/2019), ενώ στη Γερμανία αυξάνονται συνεχώς τα ποσοστά ανακύκλωσης, την ίδια ώρα καίγονται όλο και περισσότερα σκουπίδια. Στην πραγματικότητα ο όγκος των απορριμμάτων που καίει η Γερμανία είναι μεγαλύτερος από εκείνον που ανακυκλώνει. Σύμφωνα με την εταιρία ερευνών αγοράς «Conversio», μόλις το 16% του πλαστικού που «παράγουν» τα νοικοκυριά καταλήγει στην κατασκευή νέων προϊόντων. Το υπόλοιπο είτε εξάγεται στο εξωτερικό είτε καίγεται για να παραχθεί θερμότητα ή ενέργεια. Μολονότι βάσει επίσημων στοιχείων το 70% των οικιακών απορριμμάτων οδηγείται στην ανακύκλωση, «αυτό δεν σημαίνει ότι όλα επαναχρησιμοποιούνται». Το επίσημο ποσοστό αφορά στον όγκο των απορριμμάτων που καταλήγουν στις μονάδες ανακύκλωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όντως ανακυκλώνονται.

Πως μπορεί να μειωθεί ο όγκος των σκουπιδιών όταν έχει στηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία εμπορίου RDF σε χώρες, με τους μονοπωλιακούς ομίλους να έχουν ανακαλύψει ακόμα ένα μεγάλο πεδίο κερδοφόρων επενδύσεων; Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ηνωμένο Βασίλειο. Το τελευταίο έφθασε να εξάγει πάνω από 3.000.000 τόνους RDF/SRF τον χρόνο (στην Ελλάδα παράγονται τον χρόνο 8,8 εκατ. τόνοι στερεών απορριμμάτων συνολικά!) σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Γερμανία, στην Ολλανδία (πάνω από το μισή ποσότητα), σε σκανδιναβικές χώρες και στην Ελλάδα μεταξύ άλλων. Όπως, αναφέρει σχετική μελέτη, είναι οικονομικότερη η παραγωγή RDF και η εξαγωγή του στην ηπειρωτική Ευρώπη, παρά η υγειονομική ταφή στο Ηνωμένο Βασίλειο εξαιτίας του φόρου υγειονομικής ταφής.

Οι Δήμοι στο Ηνωμένο Βασίλειο επισυνάπτουν συμβάσεις με διάφορες εταιρίες εξαγωγής RDF με σκοπό να αποκομίσουν δημοσιονομικά οφέλη για τους δημοτικούς προϋπολογισμούς. Οι δήμοι, ουσιαστικά, διαδραματίζουν τον ρόλο της επιχείρησης με σκοπό την επιδίωξη κέρδους από την εξαγωγή RDF. Μάλιστα, υπάρχει μεγάλη ανησυχία το τελευταίο διάστημα στους μεγάλους Δήμους του Η.Β. μετά την επιβολή υψηλού φόρου εισαγωγής απορριμμάτων από την Ολλανδία (είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας RDF του H.B.) με αποτέλεσμα οι Δήμοι να αυξάνουν την τοπική φορολογία ή να προσπαθούν βρουν νέες εναλλακτικές χώρες εξαγωγής για το RDF με φθηνότερο κόστος. Μάλιστα, το κοινοτικό συμβούλιο του Essex εξασφάλισε συμβόλαιο υγειονομικής ταφής με την εταιρία «Enovert» για την υγειονομική ταφή 200.000 τόνων ετησίως, εξαιτίας της αύξησης τους κόστους εξαγωγής RDF στην Ολλανδία. Επομένως, η διαχείριση απορριμμάτων καταλήγει να είναι ένα χοντρό οικονομικό παιχνίδι μεταξύ των αστικών κρατών μακριά από κάθε επιστημονικό κριτήριο στην λογική κόστους οφέλους, ένα προϊόν οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων με τον λαό να πληρώνει πάλι στο τέλος το «μάρμαρο».

Οι διοξίνες και τα φουράνια, είναι αέριες οργανικές χημικές ενώσεις, που δημιουργούνται κατά την καύση επίσης οργανικών χημικών ενώσεων, με την παρουσία Cl. Η σύσταση του RDF/SRF ανταποκρίνεται στην παραπάνω περιγραφή, καθώς πρόκειται για σκουπίδια πλαστικού και χαρτιού. Πρόκειται για χημικές ενώσεις που πολύ δύσκολα διασπώνται, συσσωρεύονται στο περιβάλλον και στους οργανισμούς κι έχουν ενοχοποιηθεί για την πρόκληση καρκινογενέσεων. Ο ακριβής μηχανισμός του σχηματισμού τους δεν είναι ακόμα γνωστός, αν και έχει διαπιστωθεί ότι σχηματίζονται σε θερμοκρασίες περίπου 300 – 600 βαθμών Κελσίου. Αν και σε πολύ ψηλές θερμοκρασίες, πάνω από 1000-1200 oC καταστρέφονται, ορισμένες επιστημονικές μελέτες έχουν υποστηρίξει ότι μπορούν να επανασχηματιστούν κατά τη μεταφορά των απαερίων των μονάδων καύσης ή των κλιβάνων των τσιμεντοβιομηχανιών στις καμινάδες. Σε αυτή τη διαδικασία τα καυσαέρια ψύχονται και όταν η θερμοκρασία τους φτάσει τους 300 – 600 βαθμούς, δημιουργούνται συνθήκες επανασχηματισμού των διοξινών. Κάποιες από τις διοξίνες αυτές διαφεύγουν στην ατμόσφαιρα, ενώ όσες συγκρατούνται από τα συστήματα αντιρρύπανσης, καταλήγουν αναπόφευκτα στα υγρά και στερεά απόβλητα της καύσης. Μελέτη για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδειξε ότι στα σύγχρονα εργοστάσια καύσης, ένα μικρό ποσοστό διοξινών (της τάξης του 1,7%) διαφεύγει τελικά από την καμινάδα, ενώ το συντριπτικό ποσοστό καταλήγει στις τοξικές τέφρες και τις σκουριές.

Το στερεό αυτό υπόλειμμα από την καύση των απορριμμάτων (80-95% τέφρα πυθμένα) σε πολλές περιπτώσεις, είναι γεμάτο από διοξίνες και βαρέα μέταλλα και πρέπει να θάβεται σε ειδικές χωματερές τοξικών αποβλήτων. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, χρησιμοποιείται για έργα οδοποιίας (Γαλλία, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Πορτογαλλία, Γερμανία). Στο Νιουκάστλ στη Μ. Βρετανία, χρησιμοποιήθηκαν τέφρες από γειτονικό εργοστάσιο καύσης για την επίστρωση πεζοδρομίων, πάρκων ακόμη και σχολικών αυλών. Οι σχετικές μετρήσεις που έγιναν έδειξαν ότι οι συγκεντρώσεις τοξικών μετάλλων, όπως υδράργυρος 2,406 %, κάδμιο 785% και μόλυβδος 136% πάνω από επιτρεπτά επίπεδα. Στην Ελβετία αυτή η χρήση απαγορεύεται. Σε ότι αφορά τη χρήση RDF στους κλιβάνους των τσιμεντοβιομηχανιών, η τέφρα ενσωματώνεται στο τσιμέντο. Ήδη από τη δεκαετία το 1990, υπάρχουν μηχανικοί και επιστήμονες που επισημαίνουν την ανάγκη νέων προτύπων για τις κατηγορίες τσιμέντου, με βάση την περιεκτικότητά του βαρέα μέταλλα κλπ, ενώ υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν τη χρήση RDF στην παραγωγή τσιμέντου ακατάλληλη.

Όπως γίνεται φανερό, η καύση απορριμματογενών καυσίμων και με βάση το σημερινό επιστημονικό – τεχνολογικό επίπεδο ανάπτυξης, μπορεί να προκαλέσει σημαντικούς κινδύνους για το περιβάλλον, ατμόσφαιρα, χλωρίδα, πανίδα, για την δημόσια υγεία. Παρόλα αυτά, οι όποιες εκτιμήσεις γίνονται για τις συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, βασίζονται στις θεωρητικές προδιαγραφές λειτουργίας των σημερινών αποτεφρωτήρων και όχι με βάση επιδημιολογικές μελέτες. Μάλιστα, σύμφωνα με την δημόσια υπηρεσία προστασίας της υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο (Health Protection Agency): "δεδομένου ότι οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην υγεία είναι πιθανό να είναι πολύ μικρές, ως μη ανιχνεύσιμες, οι μελέτες της δημόσιας υγείας γύρω από σύγχρονες μονάδες αποτέφρωσης των αστικών αποβλήτων, δεν συνιστώνται". Αντί να μελετήσουν δηλαδή τις πιθανές επιπτώσεις, κινούνται ανάποδα, προεξοφλούν ότι αυτές είναι μη ανιχνεύσιμες και εισηγούνται να μη πραγματοποιούνται. Σε πείσμα όμως τέτοιων υποδείξεων, υπάρχουν μελέτες που υπογραμμίζουν αυτούς τους κινδύνους, όπως δυο από την ίδια ισπανική ερευνητική ομάδα, που δημοσιεύτηκαν μετά το 2015. Σε αυτές συσχετίζεται η ιστορική δραστηριότητα τσιμεντοβιομηχανιών (με ή χωρίς RDF), αλλά και κλιβάνων καύσης απορριμμάτων κοντά σε κατοικημένες περιοχές στην Ισπανία, με την αύξηση παθήσεων και καρκινογενέσεων των κατοίκων στις περιοχές αυτές.

Αυτή η επικίνδυνη για το λαό ασυλία συμπληρώνεται από την περιβαλλοντική νομοθεσία λάστιχο, που βασίζεται στις ευρωπαϊκές οδηγίες και είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των επιχειρηματικών ομίλων. Χωρίς να μπούμε σε αναλυτική περιγραφή, αρκεί να δει κάποιος πως, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία για τους αέριους ρύπους μιας βιομηχανίας επιτρέπονται 60 ώρες το έτος, ως χρονικά όρια υπερβάσεων ανά ελεγχόμενο ρύπο. Για την περίπτωση της καύσης RDF αυτό σημαίνει, ότι σε συνθήκες μη ομαλής λειτουργίας μιας τσιμεντοκαμίνου ή μιας μονάδας καύσης για παραγωγή ενέργειας, εξαιτίας μιας προγραμματισμένης ή έκτακτης διακοπής ή και για οποιονδήποτε άλλο λόγο διατάραξης της λειτουργίας, και μέχρι να επανέλθουν οι κανονικές συνθήκες:

  • Δεν παίρνονται υπόψη οι όποιες μετρήσεις ρύπων γίνονται, αν γίνονται, και
  • Οι διοξίνες και τα φουράνια, καθώς και άλλοι ρύποι, κατά το κοινώς λεγόμενο «χτυπάνε κόκκινο». (αφού σε μη κανονικές συνθήκες οι θερμοκρασίες που επικρατούν πιο κοντά σε αυτές που οδηγούν στο σχηματισμό τους.

Στα παραπάνω πρέπει να συμπληρώσουμε και την σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη ουσιαστικών περιβαλλοντικών ελέγχων για την τήρηση της όποιας προστασίας απομένει με βάση τη νομοθεσία. Όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά ευθύνονται για την τραγική υποστελέχωση των υπηρεσιών περιβαλλοντικού ελέγχου. Το μεγαλύτερο μέρος των ελέγχων γίνεται με στοιχεία που παρέχουν πρακτικά οι ελεγχόμενοι (δηλ. Γιάννης πίνει, Γιάννης κερνάει) ή διενεργείται για λογαριασμό των βιομηχανιών από άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, που φυσικά δεν θέλουν να χάσουν την πελατεία τους. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τις ΜΠΕ, που εκπονούνται για λογαριασμό αυτού που θέλει να προχωρήσει σε μια δραστηριότητα και την αναθέτει σε μια ομάδα ιδιωτών μελετητών ή κάποια μελετητική εταιρεία. Ο τελευταίος περιβαλλοντοκτόνος νόμος της κυβέρνησης ΝΔ προωθεί μάλιστα την περαιτέρω αποδυνάμωση και ιδιωτικοποίησης των περιβαλλοντικών ελέγχων, τις fast track διαδικασίες ελέγχου και έγκρισης των ΜΠΕ, προς όφελος φυσικά των επιχειρηματικών ομίλων.

Αυτά προβλέπει η πράσινη ανάπτυξη για τη διαχείριση απορριμμάτων. Από τη μια εμπορευματοποίηση, ιδιωτικοποίηση, διεθνές εμπόριο σκουπιδιών και καύση για να γεμίζουν με κέρδη οι επιχειρηματικοί όμιλοι. Από την άλλη, μόλυνση του περιβάλλοντος, επιβάρυνση της δημόσιας υγείας και μεταφορά των οικονομικών βαρών της διαχείρισης στις πλάτες εργαζομένων, αυτοαπασχολούμενων και βιοπαλαιστών αγροτών.

Πρωταγωνιστές στο να ανοίξει ο δρόμος για την καύση απορριμμάτων στη χώρα μας είναι οι τσιμεντοβιομηχανίες, που συνεχώς αναζητούν φθηνότερα καύσιμα για τους κλιβάνους τους. Πρώτα αντικατέστησαν τα παραδοσιακά καύσιμα με το φθηνότερου, αλλά τοξικού και επίσης καρκινογόνο πετ-κωκ. Τώρα παριστάνουν ότι θα μας σώσουν από το πετ κωκ και από την ταφή απορριμμάτων, επειδή θα καίνε το ακόμη φθηνότερο και εξίσου επικίνδυνο RDF. Στο μεταξύ φυσικά έκαιγαν και άλλου τύπου απόβλητα, όμως το RDF προσφέρει γι αυτούς περισσότερα πλεονεκτήματα. Είναι χαρακτηριστική η πρόταση της Ένωσης Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδας κατά τη διαβούλευση για το νέο ΕΣΔΑ, όπου πρότεινε το παραγόμενο από τις ΜΕΑ RDF να τροφοδοτεί κυρίως στις εγκαταστάσεις τους και ό,τι περισσεύει να οδηγείται στα εργοστάσια καύσης για παραγωγή ενέργειας που προτείνει η κυβέρνηση. Τέτοιες τοποθετήσεις δείχνουν ότι στο επόμενο διάστημα θα έχουμε να κάνουμε με μια γιγάντωση της καύσης απορριμμάτων στη χώρα, παρά τα επιμέρους παζάρια για το ποιοι επιχειρηματικοί όμιλοι θα ωφεληθούν περισσότερο.

Σε αυτά τα γενικά πλαίσια ξεφύτρωσαν οι δυο πρώτες περιπτώσεις, πρώτα της ΑΓΕΤ-Lafarge στο Βόλο, με την πλήρη στήριξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ύστερα του ΤΙΤΑΝΑ, στο Εργοστάσιο Ευκαρπίας στη Θεσσαλονίκη, με την επίσης αμέριστη υποστήριξη της κυβέρνησης ΝΔ.

Η καύση RDF στην ΑΓΕΤ εγκρίθηκε με την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) βάσει των διατάξεων της ΚΥΑ 36060/1155/Ε.103, η οποία καθορίζει το πλαίσιο κανόνων, μέτρων και διαδικασιών για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης από βιομηχανικές δραστηριότητες. Εξαιτίας της ευελιξίας που προσφέρει η ΚΥΑ στην αλλαγή των όρων για τον έλεγχο των ρύπων και των αντίστοιχων επιτρεπτών ορίων, η παραπάνω ΑΕΠΟ άλλαξε 3 φορές, με κάθε φορά να καθορίζει ακόμα ευνοϊκότερους όρους για την συγκεκριμένη τσιμεντοβιομηχανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τελευταία τροποποίηση της ΑΕΠΟ προέβλεψε την παραλαβή της εγκεκριμένης ποσότητας RDF με πλοία από τις λιμενικές εγκαταστάσεις του εργοστασίου και την χορήγηση παρέκκλισης για την οριακή τιμή των εκπομπών TOC (υδρογονάνθρακες), σύμφωνα με την παραπάνω ΚΥΑ, με την δικαιολογία ότι οι εκπομπές αυτές δεν οφείλονται στην συναποτέφρωση. Η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποστήριζε με πάθος τη συγκεκριμένη αδειοδότηση. Μέσω των τοποθετήσεων του τότε υφυπουργού Περιβάλλοντος Σ. Φάμελου στη Βουλή, προπαγάνδιζε με θέρμη τους ισχυρισμούς της εταιρείας για τα σημαντικά οικονομικά και δήθεν περιβαλλοντικά οφέλη, για τη συνεισφορά της συναποτέφρωσης στην ορθή διαχείριση των απορριμμάτων. Κανείς επίσης δεν μπορεί να ξεχάσει, ότι μια από τις κυριολεκτικά τελευταίες πράξεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, λίγες μέρες πριν τις εκλογές του Ιουλίου του 2019, ήταν η ανανέωση της “Εθελοντικής Συμφωνίας” μεταξύ του κράτους και της “Ενωσης Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδας” για την προώθηση των απορριμματογενών καυσίμων.

Οι κινήσεις της εταιρίας ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από τους εργαζόμενους και τους κατοίκους του Βόλου. Σωματεία και φορείς της περιοχής τάχθηκαν ενάντια στην καύση RDF, δεν δέχτηκαν το δίλημμα “καρκίνος από πετ κωκ ή καρκίνος από RDF”. Τάχθηκαν ενάντια στην προοπτική κατασκευής ΜΕΑ που θα παράγει SRF/RDF στην περιοχή. Μάλιστα ο Ιατρικός Σύλλογος Μαγνησίας προσκόμισε μελέτη σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού. Μετρήσεις του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας έδειξαν αύξηση των αέριων ρύπων. Οι κινητοποιήσεις εργαζομένων και κατοίκων είναι αντιμέτωπες με τις διοικήσεις του Δήμου και της Περιφέρειας, έχουν δεχτεί ακόμα και βίαιη καταστολή, όμως δεν το βάζουν κάτω και αναδεικνύουν συνεχώς το θέμα και τις διεκδικήσεις τους.

Αξιοποιώντας το προηγούμενο που δημιουργήθηκε και για να μη μείνει πίσω στον ανταγωνισμό, ο Όμιλος ΤΙΤΑΝ αποφάσισε να διευρύνει τη γκάμα απορριμμάτων που καίει με RDF, ζητώντας μέσα στην πανδημία και σε συνθήκες καραντίνας τη σχετική αδειοδότηση από τη κυβέρνηση της ΝΔ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το επιχειρούσε, καθώς αντιμετώπιζε τις αντιδράσεις των κατοίκων της Ευκαρπίας και της δυτικής Θεσσαλονίκης. Μαλίστα, κατά τη διαβούλευση της ΜΠΕ για τη ΜΕΑ Αν. Τομέα Θεσσαλονίκης, μια από τις 3 ΜΕΑ που προβλέπει το ΠΕΣΔΑ ΚΜ, δήλωνε έτοιμος να απορροφήσει το παραγόμενο RDF. Αυτή τη φορά όμως, εξοπλισμένος με την “Εθελοντική Συμφωνία” του ΣΥΡΙΖΑ και τη διακηρυγμένη πρόθεση της νέας κυβέρνησης να διευρύνει την καύση απορριμμάτων κινήθηκε πιο επιθετικά. Η σχετική ΜΠΕ δημοσιεύτηκε από τη διοίκηση της ΠΚΜ μόνο για ενημέρωση, καθώς την απόφαση θα λάμβανε μόνο η κυβέρνηση, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

Η αντίδραση του ταξικού εργατικού – λαϊκού κινήματος ήταν άμεση. Με την πρωτοβουλία των ταξικών σωματείων και συνδικάτων της πόλης και μαζί με περιβαλλοντικούς, πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους δημιουργήθηκε μια πρωτοβουλία 130 φορέων ενάντια στην καύση. Οι ταξικές δυνάμεις από την πρώτη στιγμή έδωσαν το αγώνα της διαφώτισης των εργαζομένων για τη σημασία τω εξελίξεων και το σύνολο των αρνητικών επιπτώσεων στη ζωή του λαού της πόλης. Κατέρριψαν τους επιστημονικοφανείς ισχυρισμούς της εταιρίας, της κυβέρνησης και των υποστηρικτών της καύσης RDF. Ανέδειξαν με επιστημονική κριτική τη γύμνια και τα κενά τόσο της ΜΠΕ, όσο και της Μελέτης Διασποράς Ρύπων που τη συνόδευε. Κριτίκαραν το σχέδιο για την “Εγνατία Διαχείρισης Αποβλήτων” που υπέβαλλε ο ΦΟΔΣΑ στην κυβέρνηση και προβλέπει τη χρήση των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων για τη μεταφορά αποβλήτων και απορριμματογενών καυσίμων στη Δ. Μακεδονία για καύση. Πρόκειται για μια βαθιά αντιλαϊκή πρόταση, που καμώνεται ότι βοηθά να ξεπεραστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της “απολιγνιτοποίησης” και σίγουρα έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση των νέου ΕΣΔΑ που προτείνει η κυβέρνηση.

Αντιπάλεψαν επίσης λογικές συμβιβασμού και του μικρότερου κακού, που προσπαθούν να καλλιεργήσουν οι βουλευτές και οι παρατάξεις στην Τοπική Διοίκηση (Δήμους και ΠΚΜ) των κομμάτων που πίνουν νερό στην στρατηγική της ΕΕ (ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ, Οικολόγοι Πράσινοι). Πρόκειται για δυνάμεις που συμφωνούν με τα μπούνια με την καύση απορριμμάτων και καλούσαν σε προσχηματικό διάλογο και διαβούλευση, προκειμένου να κερδίσει χρόνο η εταιρεία. Αυτό έπραξε και η διοίκηση Τζιτζικώστα της ΠΚΜ. Για μήνες αρνιόταν το αίτημα της “Λαϊκής Συσπείρωσης” να συζητηθεί το ενδεχόμενο καύσης RDF στο ΤΙΤΑΝ, πριν ακόμα ανακοινωθεί εν μέσω καραντίνας ότι το ζητά επίσημα ο Όμιλος. Τελικά το έπραξε σε μια ειδική συνεδρίαση με τηλεδιάσκεψη, αφού είχε εγκριθεί η σχετική αδειοδότηση από την κυβέρνηση, στην οποία τελικά πρότεινε ένα ψήφισμα για περαιτέρω “διαβούλευση”! Το ψήφισμα υιοθετήθηκε από την πλειοψηφία των περιφερειακών συμβούλων της συνεδρίασης, παρά την αποκαθήλωση της επιχειρηματολογίας του ομίλου, από τις τοποθετήσεις της Λαικής Συσπείρωσης, της Πρωτοβουλίας των 130 φορέων ενάντια στη καύση και επιστημόνων που τίμησαν την ιδιότητά τους. Παρά την απόφαση της κυβέρνησης, η πρωτοβουλία των φορέων δεν υπέστειλε τη σημαία των κινητοποιήσεων και των διεκδικήσεων. Άλλωστε, αυτός ο αγώνας δεν έχει μόνο μια πράξη. Το αντίθετο μάλιστα, όπως δείχνουν οι εξελίξεις.

Το συμπέρασμα που βγαίνει, είναι πως το κρίσιμο ζήτημα της διαχείρισης απορριμμάτων δεν μπορεί να αφεθεί στα χέρια αυτών που το δημιουργούν, δηλαδή στους μονοπωλιακούς ομίλους που κρατούν τα κλειδιά της οικονομίας και τις κυβερνήσεις τους. Το σύστημά τους οξύνει τα προβλήματα με διαφορετικό τρόπο σε κάθε του φάση. Η άναρχη παραγωγή με σκοπό το κέρδος ρίχνει στην αγορά προϊόντα που ενδέχεται να μην πουληθούν, προϊόντα με υπολογισμένο από πριν χρόνο αχρήστευσης, διογκώνοντας έτσι τον όγκο των απορριμμάτων. Ταυτόχρονα ο σχεδιασμός διαχείρισης των απορριμμάτων ευθυγραμμίζεται σε κάθε φάση με τους γενικούς στόχους των επιχειρηματικών ομίλων και του κράτους – συλλογικού καπιταλιστή με κριτήριο πάντα την κερδοφορία τους.

Για δεκαετίες, τόσο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, η διαχείριση των απορριμμάτων ήταν πρακτικά ανύπαρκτη. Το κεφάλαιο, αποζητώντας το μέγιστο δυνατό ποσοστό κέρδους δρούσε ανεξέλεγκτα, λεηλατώντας φυσικούς πόρους και μολύνοντας. Οι εικόνες των χωματερών είναι ακόμα πρόσφατες, ενώ τεράστια προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν και στους ΧΥΤΑ, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη χωματερή της Φυλής στην Αττική, το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό έγκλημα στην Ελλάδα που φέρει την υπογραφή όλων των κυβερνήσεων και των διοικήσεων της Περιφέρειας Αττικής.

Όσο θεωρούνταν φθηνότερη η λύση των χωματερών και δεν είχαν αναπτυχθεί τεχνολογίες ανάκτησης και παραγωγής ενέργειας, επιλεγόταν αυτή και όχι οι νέες κατευθύνσεις. Μόνο από τη στιγμή που οι επιπτώσεις τέτοιων πρακτικών φάνηκε ότι μπορεί να αρχίσουν να δημιουργούν εμπόδια στη κερδοφόρα διέξοδο τμημάτων του κεφαλαίου που κινδύνευαν να λιμνάσουν, άρχισε η σχετική συζήτηση, αλλά και πάλι μέσα στα πλαίσια του ίδιου συστήματος και από τη σκοπιά του πως αυτό θα υποστηριχτεί. Το πραγματικό περιεχόμενο της “βιώσιμης” ή/και “αειφόρου ανάπτυξης”, είναι η αναζήτηση τρόπων κερδοφορίας πάνω στα περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργεί εξαρχής το κυνήγι του κέρδους . Υπάρχουν τμήματα του επιχειρηματικοί όμιλοι που βλέπουν ως ευκαιρίες για επενδύσεις και επιπλέον κερδοφορία τις αρνητικές συνέπειες του που οι ίδιοι ή άλλοι όμιλοι προκαλούν στο περιβάλλον.

Φίλες και φίλοι,

δεν έχουμε την πολυτέλεια στον 21ο αιώνα να διαλέξουμε αν θα πεθάνουμε από τον καρκίνο που προκαλεί η καύση των απορριμμάτων ή άλλων τοξικών καυσίμων. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να διαλέξουμε αν θα μας πνίξουν τα σκουπίδια ή τα δηλητηριώδη καυσαέρια των κλιβάνων. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να φορτωθούμε το κόστος της παράδοσης της διαχείρισης απορριμμάτων στους επιχειρηματικούς ομίλους, για να βρουν νέα πεδία κερδοφορίας. Δεν είναι λογικό, η εκρηκτική ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και σε αυτό τον τομέα να υποτάσσεται στην ανορθολογική τους διαχείριση, αντί για την ολοκληρωμένη και πραγματικά ορθολογική διαχείριση απορριμμάτων προς όφελός των εργαζομένων και του λαού, η οποία πρέπει να ξεκινάει από τη μείωσή τους.

Είναι ανάγκη να μην πάμε ούτε βήμα πίσω από τη διεκδίκηση της ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών μας και σε αυτό το μέτωπο. Τα εργατικά σωματεία και τα συνδικάτα, οι αγροτικοί σύλλογοι, οι σύλλογοι γυναικών και οι φοιτητικοί – σπουδαστικοί σύλλογοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, μπορούν και πρέπει να βάλουν τα ζητήματα του περιβάλλοντος και της διαχείρισης απορριμμάτων στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων και των διεκδικήσεών τους, όπως κάνουν για τα θέματα της δημόσιας υγείας, τις παιδείας, της κοινωνικής ασφάλισης, των πλειστηριασμών και κατασχέσεων, της προστασίας των μισθών και του εισοδήματός τους. Οι ταξικές δυνάμεις στο κίνημα θα πρωτοστατήσουν και σε αυτό, όπως έχουν ήδη αποδείξει, σημαδεύοντας τον πραγματικό αντίπαλο, που είναι οι μονοπωλιακοί όμιλοι, οι κυβερνήσεις τους η ΕΕ. Είναι επίσης ανάγκη, κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος, που ενδιαφέρεται για αυτά τα ζητήματα, να ακούσει την πρόταση των ταξικών δυνάμεων και να πάρει θέση.

Είναι ώριμη σήμερα η άμεση και διεκδίκηση και πάλη με αιτήματα που έχουν ως προμετωπίδα το ποιος θα διαχειριστεί τα απορρίμματα και για όφελος ποιανού. Από αυτή την άποψη έμε ΟΧΙ στην εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των απορριμμάτων (ΣΔΙΤ, συμβάσεις παραχώρησης κλπ). Η υλοποίηση και λειτουργία έργων ανακύκλωσης επεξεργασίας και τελικής διάθεσης των αποβλήτων να γίνεται από δημόσιο φορέα με έσοδα που θα προέρχονται από κρατικούς πόρους. Το κόστος για την διαχείριση των αποβλήτων, να προέρχεται από κεντρικούς δημόσιους πόρους, από μια μεγαλύτερη φορολόγηση του κεφαλαίου.

Εναντιωνόμαστε στη μετατόπιση των βαρών στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων (π.χ. αύξηση των δημοτικών τελών λόγω της αυξημένης τιμής εισόδου (gate fee) των απορριμμάτων στις ΜΕΑ).

Παλεύουμε για την απόλυτη διασφάλιση όλων των εργαζόμενων, σε δημόσιους φορείς διαχείρισης των αποβλήτων, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, με πλήρη εργασιακά δικαιώματα, με ουσιαστική ενίσχυση σε αριθμό, εξοπλισμό και οργάνωση του έμψυχου δυναμικού άσκησης περιβαλλοντικού ελέγχου με μόνιμη σχέση εργασίας στο Δημόσιο. Αντίστοιχα διεκδικούμε ειδικά μέτρα για τους εργαζόμενους στα ΚΔΑΥ και σε εταιρίες ανακύκλωσης, μισθολογικά και για την αναβάθμιση των όρων υγιεινής και ασφάλειας.

Να μην εφαρμοστούν οι προβλέψεις των ΕΣΔΑ και ΠΕΣΔΑ, παλιών και νέων που περιλαμβάνουν εκτός των άλλων την κατασκευή των ΜΕΑ και την καύση του απορριμματογενούς καυσίμου που θα παράγεται εκεί. Καμμία σκέψη για καύση SRF/RDF πουθενά (εντός ή εκτός αστικού ιστού).

Αντίθετα ζητάμε χρηματοδότηση και ενίσχυση – στον αντίποδα της παχυλής χρηματοδότησης των πανάκριβων ΜΕΑ– της πρόληψης της παραγωγής απορριμμάτων, της προώθησης της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, όπως και χρηματοδότηση, έλεγχο λειτουργίας και απαραίτητα μέτρα για όλους τους ΧΥΤΑ. Άμεση αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και ειδική μέριμνα για τους Χώρους Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Αποβλήτων (ΧΑΔΑ), για την ουσιαστική αποκατάστασή τους με χρηματοδότηση από κεντρικούς δημόσιους πόρους.

Η αναγκαιότητα κατασκευής υποδομών διαχείρισης απορριμμάτων να κρίνεται με καθορισμένα συνδυαστικά κριτήρια. Χρειάζεται επίσης καθορισμός κριτηρίων καταλληλότητας χωροθέτησης ανά είδος εγκατάστασης, με σαφή, δεσμευτικά και γνωστά από πριν κριτήρια αποκλεισμού των υποψήφιων χώρων. Οι αντισταθμιστικές παροχές υπέρ των οικισμών ή δήμων από τη λειτουργία των μονάδων επεξεργασίας και διάθεσης, να είναι προσανατολισμένες σε κρατικές παρεμβάσεις: α) πρόσθετης προστασίας της υγείας των κατοίκων και του περιβάλλοντος και β) μέτρων χωροταξικής και περιβαλλοντικής αναβάθμισής τους.

Διεκδικούμε μέριμνα και έλεγχο για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων, ιδιαίτερα των βιομηχανικών λόγω της ποσότητάς τους και της διαπιστωμένης ασυδοσίας των παραγωγών τους. Οι επιχειρηματίες που τα παράγουν να καλύπτουν το σύνολο του κόστους για τις μελέτες, την υλοποίηση και τη λειτουργία, σύμφωνα με τα παραπάνω, των σχετικών έργων.

Δεν είναι ουτοπία η διεκδίκηση τέτοιων αιτημάτων. Αντίθετα είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς πως μπορεί να συμβιβαστεί το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους με την αντιμετώπιση του προβλήματος των απορριμμάτων και η ανάθεση της λύσης του σε αυτούς που το δημιουργούν. Πόσο μάλλον όταν έχουν συμφέρον από τη διαιώνισή του. Οι εργαζόμενοι όμως δεν έχουν κανένα τέτοιο συμφέρον και με σύμμαχό τους την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας μπορούν να το λύσουν. Πάνω από όλα όμως έχουν και τη δύναμη να εφαρμόσουν το δίκιο τους, γιατί όπως λέει και το σύνθημα: “Χωρίς εσένα γρανάζι δεν γυρνά, εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά!”.

Καλή δύναμη!